Σε ένα ραγδαία μεταβαλλόμενο περιβάλλον ασφάλειας, η Ελλάδα καλείται να επιτύχει πολλούς στόχους ταυτόχρονα. Λαμβάνοντας υπ’ όψη τους κινδύνους ασφάλειας στο εγγύς και ευρύτερο γεωστρατηγικό περιβάλλον και κυρίως την απειλή κατά της χώρας μας εξ ανατολών, αλλά και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή της χώρας μας στην Ε.Ε. και στους οργανισμούς συλλογικής ασφάλειας, απαιτείται συγκροτημένη εξωτερική πολιτική ενεργής διπλωματίας και αποτελεσματικές ένοπλες δυνάμεις.
Οι πολιτικές επιλογές της Κυβέρνησης της Ν.Δ. στο χώρο της Άμυνας την τελευταία πενταετία δεν προέκυψαν από μια συγκεκριμένη στρατηγική και σχεδιασμό και έτσι όχι μόνο δεν αντιμετώπισαν τα προβλήματα, αλλά αντίθετα τα διόγκωσαν. Ανέτρεψαν την Αμυντική Στρατηγική Αναθεώρηση του 2000, την μεγαλύτερη δομική αλλαγή στις Ε.Δ. της χώρας μας την τελευταία 20ετία. Το 2006 προχώρησαν σε αλλαγή της δομής χωρίς ουσιαστικά μελέτες και κριτήρια, που ουδόλως ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες άμυνας της χώρας. Η δομή και η διάταξη των δυνάμεων που υιοθέτησε η Ν.Δ. χαρακτηρίζεται από διασπορά στο εσωτερικό της χώρας στρατιωτικών σχηματισμών και μονάδων για εξυπηρέτηση κομματικών σκοπιμοτήτων, με συνέπεια τον απαράδεκτα χαμηλό βαθμό στελέχωσης των μονάδων της ανατολικής μεθορίου.
Η εγκατάλειψη της διακλαδικότητας, οι αδιαφανείς διαδικασίες προμήθειας εξοπλιστικών προγραμμάτων και αμυντικού υλικού, η ελλιπής διαθεσιμότητα ανταλλακτικών και πυρομαχικών και η αδιαφορία για την συντήρηση πανάκριβου υλικού, έχουν αρνητικές επιπτώσεις στη διαθεσιμότητα των οπλικών συστημάτων. Όλα τα παραπάνω σε συνδυασμό με την τακτοποίηση των «ημετέρων» με αποκλειστικό κριτήριο την κομματική τους ταυτότητα και με την ταυτόχρονη αποστρατεία ικανών στελεχών για πολιτικούς λόγους, οδήγησαν σε ένα καθεστώς πλήρους αναξιοκρατίας με σοβαρότατες επιπτώσεις στην αποτελεσματικότητα και το αξιόμαχο και το ηθικό του προσωπικού των Ε.Δ.







